συνκλειόμενοι
<< συνέκλεισεν
συνκλειόμενοι

συνκλειόμενοι (synkleiomenoi) — 1 Occurrence

Galatians 3:23 V-PPM/P-NMP
BIB: νόμον ἐφρουρούμεθα συνκλειόμενοι εἰς τὴν
NAS: the law, being shut up to the faith
KJV: under the law, shut up unto the faith
INT: law we were guarded having been imprisoned to the


Strong's Greek 4788
4 Occurrences


συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.

σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.


<< συνέκλεισεν
συνκλειόμενοι

Englishman's Greek Concordance