συνκεκερασμένους
<< συνεκέρασεν
συνκεκερασμένους

συνκεκερασμένους (synkekerasmenous) — 1 Occurrence

Hebrews 4:2 V-RPM/P-AMP
BIB: ἐκείνους μὴ συνκεκερασμένους τῇ πίστει
NAS: did not profit them, because it was not united by faith
KJV: not being mixed with faith
INT: them not having been united with the faith


Strong's Greek 4786
2 Occurrences


συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.

Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.


<< συνεκέρασεν
συνκεκερασμένους

Englishman's Greek Concordance