συνκληρονόμων
<< συνκληρονόμα
συνκληρονόμων

συνκληρονόμων (synklēronomōn) — 1 Occurrence

Hebrews 11:9 Adj-GMP
BIB: Ἰακὼβ τῶν συνκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας
NAS: and Jacob, fellow heirs of the same
KJV: Jacob, the heirs with him of the same
INT: Jacob the joint-heirs of the promise


Strong's Greek 4789
4 Occurrences


συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.

συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.


<< συνκληρονόμα
συνκληρονόμων

Englishman's Greek Concordance