συνεκέρασεν
<< συνκατεψηφίσθη
συνεκέρασεν

συνεκέρασεν (synekerasen) — 1 Occurrence

1 Corinthians 12:24 V-AIA-3S
BIB: ὁ θεὸς συνεκέρασεν τὸ σῶμα
NAS: [of it]. But God has [so] composed the body,
KJV: the body together, having given
INT: God tempered together the body


Strong's Greek 4786
2 Occurrences


συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.

συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.


<< συνκατεψηφίσθη
συνεκέρασεν

Englishman's Greek Concordance