συνεκίνησάν
<< συνκεκερασμένους
συνεκίνησάν

συνεκίνησάν (synekinēsan) — 1 Occurrence

Acts 6:12 V-AIA-3P
BIB: συνεκίνησάν τε τὸν
NAS: And they stirred up the people,
KJV: And they stirred up the people, and
INT: They stirred up moreover the


Strong's Greek 4787
1 Occurrence


συνεκίνησάν — 1 Occ.

συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.


<< συνκεκερασμένους
συνεκίνησάν

Englishman's Greek Concordance