συνκληρονόμοι
<< συνκληρονόμων
συνκληρονόμοι

συνκληρονόμοι (synklēronomoi) — 1 Occurrence

Romans 8:17 Adj-NMP
BIB: μὲν θεοῦ συνκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ
NAS: of God and fellow heirs with Christ,
KJV: and joint-heirs with Christ;
INT: indeed of God joint-heirs moreover of Christ


Strong's Greek 4789
4 Occurrences


συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.

συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.


<< συνκληρονόμων
συνκληρονόμοι

Englishman's Greek Concordance