συνεκόμισαν
<< συνκοινωνούς
συνεκόμισαν

συνεκόμισαν (synekomisan) — 1 Occurrence

Acts 8:2 V-AIA-3P
BIB: συνεκόμισαν δὲ τὸν
NAS: men buried Stephen,
KJV: men carried Stephen
INT: buried moreover


Strong's Greek 4792
1 Occurrence


συνεκόμισαν — 1 Occ.

συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.
συγκυρίαν — 1 Occ.
συνχαίρει — 2 Occ.
συνχαίρετέ — 1 Occ.
συνχαίρω — 1 Occ.
Συνχάρητέ — 2 Occ.
συνέχαιρον — 1 Occ.
συνχύννεται — 1 Occ.


<< συνκοινωνούς
συνεκόμισαν

Englishman's Greek Concordance