συνκοινωνήσαντές
<< συγκληρονόμοις
συνκοινωνήσαντές

συνκοινωνήσαντές (synkoinōnēsantes) — 1 Occurrence

Philippians 4:14 V-APA-NMP
BIB: καλῶς ἐποιήσατε συνκοινωνήσαντές μου τῇ
NAS: well to share [with me] in my affliction.
KJV: done, that ye did communicate with my
INT: well you did having fellowship in my


Strong's Greek 4790
3 Occurrences


συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.

συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.
συγκυρίαν — 1 Occ.
συνχαίρει — 2 Occ.


<< συγκληρονόμοις
συνκοινωνήσαντές

Englishman's Greek Concordance