συνκοινωνούς
<< συνκοινωνὸς
συνκοινωνούς

συνκοινωνούς (synkoinōnous) — 1 Occurrence

Philippians 1:7 Adj-AMP
BIB: τοῦ εὐαγγελίου συνκοινωνούς μου τῆς
NAS: you all are partakers of grace
KJV: all are partakers of my grace.
INT: of the gospel fellow-partakers of me of the


Strong's Greek 4791
4 Occurrences


συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.

συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.
συγκυρίαν — 1 Occ.
συνχαίρει — 2 Occ.
συνχαίρετέ — 1 Occ.
συνχαίρω — 1 Occ.
Συνχάρητέ — 2 Occ.
συνέχαιρον — 1 Occ.


<< συνκοινωνὸς
συνκοινωνούς

Englishman's Greek Concordance