συγκληρονόμοις
<< συνκληρονόμοι
συγκληρονόμοις

συγκληρονόμοις (synklēronomois) — 1 Occurrence

1 Peter 3:7 Adj-NMP
BIB: ὡς καὶ συγκληρονόμοις χάριτος ζωῆς
NAS: her honor as a fellow heir of the grace
KJV: as being heirs together of the grace
INT: as also [being] joint-heirs of [the] grace of life


Strong's Greek 4789
4 Occurrences


συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.

συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.
συγκυρίαν — 1 Occ.


<< συνκληρονόμοι
συγκληρονόμοις

Englishman's Greek Concordance