συνκοινωνήσητε
<< συνκοινωνήσαντές
συνκοινωνήσητε

συνκοινωνήσητε (synkoinōnēsēte) — 1 Occurrence

Revelation 18:4 V-ASA-2P
BIB: ἵνα μὴ συνκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις
NAS: so that you will not participate in her sins
KJV: ye be not partakers of her sins,
INT: that not you might have fellowship in the sins


Strong's Greek 4790
3 Occurrences


συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.

συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.
συγκυρίαν — 1 Occ.
συνχαίρει — 2 Occ.
συνχαίρετέ — 1 Occ.


<< συνκοινωνήσαντές
συνκοινωνήσητε

Englishman's Greek Concordance