συνκοινωνεῖτε
<< συνκοινωνήσητε
συνκοινωνεῖτε

συνκοινωνεῖτε (synkoinōneite) — 1 Occurrence

Ephesians 5:11 V-PMA-2P
BIB: καὶ μὴ συνκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις
NAS: Do not participate in the unfruitful
KJV: no fellowship with the unfruitful
INT: and not have fellowship with the works


Strong's Greek 4790
3 Occurrences


συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνεῖτε — 1 Occ.

συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.
συγκληρονόμοις — 1 Occ.
συνκοινωνήσαντές — 1 Occ.
συνκοινωνήσητε — 1 Occ.
συνκοινωνὸς — 3 Occ.
συνκοινωνούς — 1 Occ.
συνεκόμισαν — 1 Occ.
συνκρῖναι — 1 Occ.
συνκρίνοντες — 2 Occ.
συνκύπτουσα — 1 Occ.
συγκυρίαν — 1 Occ.
συνχαίρει — 2 Occ.
συνχαίρετέ — 1 Occ.
συνχαίρω — 1 Occ.


<< συνκοινωνήσητε
συνκοινωνεῖτε

Englishman's Greek Concordance