συνκατατεθειμένος
<< συνκατάθεσις
συνκατατεθειμένος

συνκατατεθειμένος (synkatatetheimenos) — 1 Occurrence

Luke 23:51 V-RPM/P-NMS
BIB: οὐκ ἦν συνκατατεθειμένος τῇ βουλῇ
NAS: (he had not consented to their plan
KJV: had not consented to the counsel and
INT: not was having consented to the counsel


Strong's Greek 4784
1 Occurrence


συνκατατεθειμένος — 1 Occ.

συνκακουχεῖσθαι — 1 Occ.
συνεκάλεσαν — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.
συνέκλεισεν — 2 Occ.
συνκλειόμενοι — 1 Occ.
συνκληρονόμα — 1 Occ.
συνκληρονόμων — 1 Occ.
συνκληρονόμοι — 1 Occ.


<< συνκατάθεσις
συνκατατεθειμένος

Englishman's Greek Concordance