συνκαλοῦσιν
<< συνκαλέσασθαι
συνκαλοῦσιν

συνκαλοῦσιν (synkalousin) — 1 Occurrence

Mark 15:16 V-PIA-3P
BIB: πραιτώριον καὶ συνκαλοῦσιν ὅλην τὴν
NAS: (that is, the Praetorium), and they called together the whole
KJV: and they call together the whole
INT: [the] praetorium and they call together all the


Strong's Greek 4779
8 Occurrences


συνεκάλεσαν — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.

συνκαθήμενοι — 1 Occ.
συνκαθήμενος — 1 Occ.
συνεκάθισεν — 1 Occ.
συνκαθισάντων — 1 Occ.
συνκακοπάθησον — 2 Occ.
συνκακουχεῖσθαι — 1 Occ.
συνεκάλεσαν — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.
συνεκέρασεν — 1 Occ.
συνκεκερασμένους — 1 Occ.
συνεκίνησάν — 1 Occ.
συνέκλεισαν — 1 Occ.


<< συνκαλέσασθαι
συνκαλοῦσιν

Englishman's Greek Concordance