συνκαθήμενος
<< συνκαθήμενοι
συνκαθήμενος

συνκαθήμενος (synkathēmenos) — 1 Occurrence

Mark 14:54 V-PPM/P-NMS
BIB: καὶ ἦν συνκαθήμενος μετὰ τῶν
NAS: of the high priest; and he was sitting with the officers
INT: and he was sitting with the


Strong's Greek 4775
2 Occurrences


συνκαθήμενοι — 1 Occ.
συνκαθήμενος — 1 Occ.

συγγένειαν — 1 Occ.
συγγενείας — 2 Occ.
συγγενῆ — 1 Occ.
συγγενὴς — 1 Occ.
συγγενεῖς — 5 Occ.
συγγενεῦσιν — 2 Occ.
συγγενίς — 1 Occ.
συγγενῶν — 2 Occ.
συνγνώμην — 1 Occ.
συνκαθήμενοι — 1 Occ.
συνεκάθισεν — 1 Occ.
συνκαθισάντων — 1 Occ.
συνκακοπάθησον — 2 Occ.
συνκακουχεῖσθαι — 1 Occ.
συνεκάλεσαν — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.


<< συνκαθήμενοι
συνκαθήμενος

Englishman's Greek Concordance