συνεκάλεσαν
<< συνκακουχεῖσθαι
συνεκάλεσαν

συνεκάλεσαν (synekalesan) — 1 Occurrence

Acts 5:21 V-AIA-3P
BIB: σὺν αὐτῷ συνεκάλεσαν τὸ συνέδριον
NAS: came, they called the Council
KJV: the council together, and
INT: with him they called together the Council


Strong's Greek 4779
8 Occurrences


συνεκάλεσαν — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.

συγγενεῦσιν — 2 Occ.
συγγενίς — 1 Occ.
συγγενῶν — 2 Occ.
συνγνώμην — 1 Occ.
συνκαθήμενοι — 1 Occ.
συνκαθήμενος — 1 Occ.
συνεκάθισεν — 1 Occ.
συνκαθισάντων — 1 Occ.
συνκακοπάθησον — 2 Occ.
συνκακουχεῖσθαι — 1 Occ.
συνκαλεῖ — 2 Occ.
Συνκαλεσάμενος — 3 Occ.
συνκαλέσασθαι — 1 Occ.
συνκαλοῦσιν — 1 Occ.
συγκεκαλυμμένον — 1 Occ.
σύνκαμψον — 1 Occ.
συνκαταβάντες — 1 Occ.
συνκατάθεσις — 1 Occ.
συνκατατεθειμένος — 1 Occ.
συνκατεψηφίσθη — 1 Occ.


<< συνκακουχεῖσθαι
συνεκάλεσαν

Englishman's Greek Concordance