κατεσκαμμένα
<< κατέσεισεν
κατεσκαμμένα

κατεσκαμμένα (kateskammena) — 1 Occurrence

Acts 15:16 V-RPM/P-ANP
BIB: καὶ τὰ κατεσκαμμένα αὐτῆς ἀνοικοδομήσω
INT: and the ruins of it I will build again


Strong's Greek 2679
2 Occurrences


κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.

καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.


<< κατέσεισεν
κατεσκαμμένα

Englishman's Greek Concordance