καταρτίζοντας
<< καταρτίζετε
καταρτίζοντας

καταρτίζοντας (katartizontas) — 2 Occurrences

Matthew 4:21 V-PPA-AMP
BIB: πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα
NAS: their father, mending their nets;
KJV: their father, mending their nets;
INT: father of them mending the nets

Mark 1:19 V-PPA-AMP
BIB: τῷ πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα
NAS: in the boat mending the nets.
KJV: were in the ship mending their nets.
INT: the boat mending the nets


Strong's Greek 2675
13 Occurrences


καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.

καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.


<< καταρτίζετε
καταρτίζοντας

Englishman's Greek Concordance