κατηριθμημένος
<< κατηργήθητε
κατηριθμημένος

κατηριθμημένος (katērithmēmenos) — 1 Occurrence

Acts 1:17 V-RPM/P-NMS
BIB: ὅτι κατηριθμημένος ἦν ἐν
NAS: For he was counted among
KJV: For he was numbered with us,
INT: for numbered he was with


Strong's Greek 2674
1 Occurrence


κατηριθμημένος — 1 Occ.

καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.


<< κατηργήθητε
κατηριθμημένος

Englishman's Greek Concordance