κατηρτισμένος
<< κατηρτισμένοι
κατηρτισμένος

κατηρτισμένος (katērtismenos) — 1 Occurrence

Luke 6:40 V-RPM/P-NMS
BIB: τὸν διδάσκαλον κατηρτισμένος δὲ πᾶς
NAS: but everyone, after he has been fully trained, will be like
KJV: every one that is perfect shall be
INT: the teacher fully trained moreover every one


Strong's Greek 2675
13 Occurrences


καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.

κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.


<< κατηρτισμένοι
κατηρτισμένος

Englishman's Greek Concordance