κατηρτισμένα
<< καταρτίζοντας
κατηρτισμένα

κατηρτισμένα (katērtismena) — 1 Occurrence

Romans 9:22 V-RPM/P-ANP
BIB: σκεύη ὀργῆς κατηρτισμένα εἰς ἀπώλειαν
NAS: of wrath prepared for destruction?
KJV: of wrath fitted to
INT: vessels of wrath fitted for destruction


Strong's Greek 2675
13 Occurrences


καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.

κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.


<< καταρτίζοντας
κατηρτισμένα

Englishman's Greek Concordance