κατέσεισεν
<< κατασείσας
κατέσεισεν

κατέσεισεν (kateseisen) — 1 Occurrence

Acts 21:40 V-AIA-3S
BIB: τῶν ἀναβαθμῶν κατέσεισεν τῇ χειρὶ
NAS: on the stairs, motioned to the people
KJV: the stairs, and beckoned with the hand
INT: the stairs made a sign with the hand


Strong's Greek 2678
4 Occurrences


κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.

καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.


<< κατασείσας
κατέσεισεν

Englishman's Greek Concordance