κατηρτίσω
<< κατηρτισμένος
κατηρτίσω

κατηρτίσω (katērtisō) — 2 Occurrences

Matthew 21:16 V-AIM-2S
BIB: καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον
NAS: AND NURSING BABIES YOU HAVE PREPARED PRAISE
KJV: sucklings thou hast perfected praise?
INT: and infants you have ordained praise

Hebrews 10:5 V-AIM-2S
BIB: σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι
NAS: BUT A BODY YOU HAVE PREPARED FOR ME;
KJV: but a body hast thou prepared me:
INT: a body however you did prepare me


Strong's Greek 2675
13 Occurrences


καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.

κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.


<< κατηρτισμένος
κατηρτίσω

Englishman's Greek Concordance