κατασκευάζεται
<< κατασκευάσει
κατασκευάζεται

κατασκευάζεται (kataskeuazetai) — 1 Occurrence

Hebrews 3:4 V-PIM/P-3S
BIB: γὰρ οἶκος κατασκευάζεται ὑπό τινος
NAS: house is built by someone,
KJV: every house is builded by some
INT: indeed house is built by someone


Strong's Greek 2680
11 Occurrences


κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.

κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.


<< κατασκευάσει
κατασκευάζεται

Englishman's Greek Concordance