κατεσκευάσθη
<< κατεσκευασμένον
κατεσκευάσθη

κατεσκευάσθη (kateskeuasthē) — 1 Occurrence

Hebrews 9:2 V-AIP-3S
BIB: σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη
NAS: For there was a tabernacle prepared, the outer
KJV: a tabernacle made; the first,
INT: a tabernacle indeed was prepared the first


Strong's Greek 2680
11 Occurrences


κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.

κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.


<< κατεσκευασμένον
κατεσκευάσθη

Englishman's Greek Concordance