κατασοφισάμενος
<< κατασκόπους
κατασοφισάμενος

κατασοφισάμενος (katasophisamenos) — 1 Occurrence

Acts 7:19 V-APM-NMS
BIB: οὗτος κατασοφισάμενος τὸ γένος
NAS: It was he who took shrewd advantage of our race
KJV: The same dealt subtilly with our
INT: He having dealt treacherously with the race


Strong's Greek 2686
1 Occurrence


κατασοφισάμενος — 1 Occ.

κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
καταστροφῇ — 2 Occ.
κατεστρώθησαν — 1 Occ.
κατασύρῃ — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.


<< κατασκόπους
κατασοφισάμενος

Englishman's Greek Concordance