κατασκοπῆσαι
<< κατασκιάζοντα
κατασκοπῆσαι

κατασκοπῆσαι (kataskopēsai) — 1 Occurrence

Galatians 2:4 V-ANA
BIB: οἵτινες παρεισῆλθον κατασκοπῆσαι τὴν ἐλευθερίαν
NAS: secretly brought in, who had sneaked in to spy out our liberty
KJV: came in privily to spy out our
INT: who came in by stealth to spy out the freedom


Strong's Greek 2684
1 Occurrence


κατασκοπῆσαι — 1 Occ.

κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
καταστροφῇ — 2 Occ.
κατεστρώθησαν — 1 Occ.


<< κατασκιάζοντα
κατασκοπῆσαι

Englishman's Greek Concordance