κατεστρώθησαν
<< καταστροφῇ
κατεστρώθησαν

κατεστρώθησαν (katestrōthēsan) — 1 Occurrence

1 Corinthians 10:5 V-AIP-3P
BIB: ὁ θεός κατεστρώθησαν γὰρ ἐν
NAS: was not well-pleased; for they were laid low in the wilderness.
KJV: for they were overthrown in
INT: God they were spread indeed in


Strong's Greek 2693
1 Occurrence


κατεστρώθησαν — 1 Occ.

κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
καταστροφῇ — 2 Occ.
κατασύρῃ — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.
κατεσφραγισμένον — 1 Occ.
κατασχέσει — 1 Occ.
κατάσχεσιν — 1 Occ.
καταθέσθαι — 2 Occ.
κατατομήν — 1 Occ.
κατέδραμεν — 1 Occ.
καταφερόμενος — 1 Occ.
καταφέροντες — 1 Occ.


<< καταστροφῇ
κατεστρώθησαν

Englishman's Greek Concordance