κατεσφραγισμένον
<< κατασφάξατε
κατεσφραγισμένον

κατεσφραγισμένον (katesphragismenon) — 1 Occurrence

Revelation 5:1 V-RPM/P-ANS
BIB: καὶ ὄπισθεν κατεσφραγισμένον σφραγῖσιν ἑπτά
NAS: and on the back, sealed up with seven
KJV: on the backside, sealed with seven
INT: and on [the] back having been sealed with seals seven


Strong's Greek 2696
1 Occurrence


κατεσφραγισμένον — 1 Occ.

καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
καταστροφῇ — 2 Occ.
κατεστρώθησαν — 1 Occ.
κατασύρῃ — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.
κατασχέσει — 1 Occ.
κατάσχεσιν — 1 Occ.
καταθέσθαι — 2 Occ.
κατατομήν — 1 Occ.
κατέδραμεν — 1 Occ.
καταφερόμενος — 1 Occ.
καταφέροντες — 1 Occ.
κατήνεγκα — 1 Occ.
κατενεχθεὶς — 1 Occ.
καταφυγόντες — 1 Occ.


<< κατασφάξατε
κατεσφραγισμένον

Englishman's Greek Concordance