καταφέροντες
<< καταφερόμενος
καταφέροντες

καταφέροντες (katapherontes) — 1 Occurrence

Acts 25:7 V-PPA-NMP
BIB: βαρέα αἰτιώματα καταφέροντες ἃ οὐκ
NAS: stood around him, bringing many
INT: weighty charges bringing which not


Strong's Greek 2702
4 Occurrences


καταφερόμενος — 1 Occ.
καταφέροντες — 1 Occ.
κατήνεγκα — 1 Occ.
κατενεχθεὶς — 1 Occ.

κατεστρώθησαν — 1 Occ.
κατασύρῃ — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.
κατεσφραγισμένον — 1 Occ.
κατασχέσει — 1 Occ.
κατάσχεσιν — 1 Occ.
καταθέσθαι — 2 Occ.
κατατομήν — 1 Occ.
κατέδραμεν — 1 Occ.
καταφερόμενος — 1 Occ.
κατήνεγκα — 1 Occ.
κατενεχθεὶς — 1 Occ.
καταφυγόντες — 1 Occ.
κατέφυγον — 1 Occ.
κατεφθαρμένοι — 1 Occ.
καταφιλοῦσά — 1 Occ.
κατεφίλησεν — 3 Occ.
κατεφίλει — 1 Occ.
κατεφίλουν — 1 Occ.
καταφρονήσας — 1 Occ.


<< καταφερόμενος
καταφέροντες

Englishman's Greek Concordance