καταστείλας
<< κατασοφισάμενος
καταστείλας

καταστείλας (katasteilas) — 1 Occurrence

Acts 19:35 V-APA-NMS
BIB: καταστείλας δὲ τὸν
NAS: After quieting the crowd,
KJV: when the townclerk had appeased the people,
INT: having calmed moreover the


Strong's Greek 2687
2 Occurrences


καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.

κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
καταστροφῇ — 2 Occ.
κατεστρώθησαν — 1 Occ.
κατασύρῃ — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.
κατεσφραγισμένον — 1 Occ.


<< κατασοφισάμενος
καταστείλας

Englishman's Greek Concordance