κατασκηνώσει
<< κατεσκευάσθη
κατασκηνώσει

κατασκηνώσει (kataskēnōsei) — 1 Occurrence

Acts 2:26 V-FIA-3S
BIB: σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ' ἐλπίδι
NAS: MY FLESH ALSO WILL LIVE IN HOPE;
KJV: my flesh shall rest in hope:
INT: flesh of me will dwell in hope


Strong's Greek 2681
4 Occurrences


κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.

κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.


<< κατεσκευάσθη
κατασκηνώσει

Englishman's Greek Concordance