κατεσκευασμένων
<< κατεσκεύασεν
κατεσκευασμένων

κατεσκευασμένων (kateskeuasmenōn) — 1 Occurrence

Hebrews 9:6 V-RPM/P-GMP
BIB: δὲ οὕτως κατεσκευασμένων εἰς μὲν
NAS: have been so prepared, the priests
KJV: were thus ordained, the priests went
INT: moreover thus having been prepared into indeed


Strong's Greek 2680
11 Occurrences


κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.

καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.


<< κατεσκεύασεν
κατεσκευασμένων

Englishman's Greek Concordance