κατεσκευασμένον
<< κατεσκευασμένων
κατεσκευασμένον

κατεσκευασμένον (kateskeuasmenon) — 1 Occurrence

Luke 1:17 V-RPM/P-AMS
BIB: Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον
NAS: a people prepared for the Lord.
KJV: a people prepared for the Lord.
INT: for [the] Lord a people prepared


Strong's Greek 2680
11 Occurrences


κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.

κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.


<< κατεσκευασμένων
κατεσκευασμένον

Englishman's Greek Concordance