κατασκευαζομένης
<< κατασκευάζεται
κατασκευαζομένης

κατασκευαζομένης (kataskeuazomenēs) — 1 Occurrence

1 Peter 3:20 V-PPM/P-GFS
BIB: ἡμέραις Νῶε κατασκευαζομένης κιβωτοῦ εἰς
NAS: of Noah, during the construction of the ark,
KJV: while the ark was a preparing, wherein
INT: [the] days of Noah [while was] being prepared [the] ark into


Strong's Greek 2680
11 Occurrences


κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.

κατηρτίσθαι — 1 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατεσκεύασεν — 1 Occ.
κατεσκευασμένων — 1 Occ.
κατεσκευασμένον — 1 Occ.
κατεσκευάσθη — 1 Occ.
κατασκηνώσει — 1 Occ.
κατασκηνοῦν — 2 Occ.
κατεσκήνωσεν — 1 Occ.
κατασκηνώσεις — 2 Occ.
κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.


<< κατασκευάζεται
κατασκευαζομένης

Englishman's Greek Concordance