κατηρτίσθαι
<< κατηρτίσω
κατηρτίσθαι

κατηρτίσθαι (katērtisthai) — 1 Occurrence

Hebrews 11:3 V-RNM/P
BIB: Πίστει νοοῦμεν κατηρτίσθαι τοὺς αἰῶνας
NAS: that the worlds were prepared by the word
KJV: that the worlds were framed by the word
INT: By faith we understand to have been formed the worlds


Strong's Greek 2675
13 Occurrences


καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατηρτίσθαι — 1 Occ.

κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.
κατηρτίσω — 2 Occ.
κατάρτισιν — 1 Occ.
καταρτισμὸν — 1 Occ.
κατασείσας — 3 Occ.
κατέσεισεν — 1 Occ.
κατεσκαμμένα — 1 Occ.
κατέσκαψαν — 1 Occ.
κατασκευάσας — 2 Occ.
κατασκευάσει — 3 Occ.
κατασκευάζεται — 1 Occ.
κατασκευαζομένης — 1 Occ.


<< κατηρτίσω
κατηρτίσθαι

Englishman's Greek Concordance