καταστροφῇ
<< καταστρηνιάσωσιν
καταστροφῇ

καταστροφῇ (katastrophē) — 2 Occurrences

2 Timothy 2:14 N-DFS
BIB: χρήσιμον ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων
NAS: which is useless [and leads] to the ruin of the hearers.
KJV: [but] to the subverting of the hearers.
INT: profitable to subversion of those who hear

2 Peter 2:6 Noun-DFS
BIB: Γομόρρας τεφρώσας καταστροφῇ κατέκρινεν ὑπόδειγμα
INT: Gomorrah having reduced to ashes to destruction condemned [them] an example [to those]


Strong's Greek 2692
2 Occurrences


καταστροφῇ — 2 Occ.

κατασκιάζοντα — 1 Occ.
κατασκοπῆσαι — 1 Occ.
κατασκόπους — 1 Occ.
κατασοφισάμενος — 1 Occ.
καταστείλας — 1 Occ.
κατεσταλμένους — 1 Occ.
καταστήματι — 1 Occ.
καταστολῇ — 1 Occ.
κατέστρεψεν — 2 Occ.
καταστρηνιάσωσιν — 1 Occ.
κατεστρώθησαν — 1 Occ.
κατασύρῃ — 1 Occ.
κατασφάξατε — 1 Occ.
κατεσφραγισμένον — 1 Occ.
κατασχέσει — 1 Occ.
κατάσχεσιν — 1 Occ.
καταθέσθαι — 2 Occ.
κατατομήν — 1 Occ.
κατέδραμεν — 1 Occ.
καταφερόμενος — 1 Occ.


<< καταστρηνιάσωσιν
καταστροφῇ

Englishman's Greek Concordance