κατηργήθημεν
<< κατήργηται
κατηργήθημεν

κατηργήθημεν (katērgēthēmen) — 1 Occurrence

Romans 7:6 V-AIP-1P
BIB: νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ
NAS: But now we have been released from the Law,
KJV: But now we are delivered from the law,
INT: now however we were cleared from the


Strong's Greek 2673
27 Occurrences


καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.

καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.
κατηρτισμένος — 1 Occ.


<< κατήργηται
κατηργήθημεν

Englishman's Greek Concordance