καταργηθήσεται
<< καταργηθῇ
καταργηθήσεται

καταργηθήσεται (katargēthēsetai) — 2 Occurrences

1 Corinthians 13:8 V-FIP-3S
BIB: εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται
NAS: they will be done away; if
KJV: [there be] knowledge, it shall vanish away.
INT: whether knowledge it will pass away

1 Corinthians 13:10 V-FIP-3S
BIB: ἐκ μέρους καταργηθήσεται
NAS: comes, the partial will be done away.
KJV: part shall be done away.
INT: in part will be done away


Strong's Greek 2673
27 Occurrences


καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.

καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.
καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.


<< καταργηθῇ
καταργηθήσεται

Englishman's Greek Concordance