κατήργηται
<< κατήργηκα
κατήργηται

κατήργηται (katērgētai) — 3 Occurrences

Romans 4:14 V-RIM/P-3S
BIB: πίστις καὶ κατήργηται ἡ ἐπαγγελία
NAS: and the promise is nullified;
KJV: and the promise made of none effect:
INT: faith and made of no effect the promise

Romans 7:2 V-RIM/P-3S
BIB: ὁ ἀνήρ κατήργηται ἀπὸ τοῦ
NAS: dies, she is released from the law
KJV: be dead, she is loosed from
INT: the husband she is cleared from the

Galatians 5:11 V-RIM/P-3S
BIB: διώκομαι ἄρα κατήργηται τὸ σκάνδαλον
NAS: of the cross has been abolished.
KJV: the offence of the cross ceased.
INT: am I persecuted Then has been done away the offense


Strong's Greek 2673
27 Occurrences


καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.

καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.
κατηριθμημένος — 1 Occ.
καταρτίσαι — 2 Occ.
καταρτίσει — 1 Occ.
καταρτίζεσθε — 1 Occ.
καταρτίζετε — 1 Occ.
καταρτίζοντας — 2 Occ.
κατηρτισμένα — 1 Occ.
κατηρτισμένοι — 1 Occ.


<< κατήργηκα
κατήργηται

Englishman's Greek Concordance