καταργηθῇ
<< καταργήσει
καταργηθῇ

καταργηθῇ (katargēthē) — 1 Occurrence

Romans 6:6 V-ASP-3S
BIB: συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα
NAS: of sin might be done away with, so that we would no longer
KJV: of sin might be destroyed, that henceforth
INT: was crucified with [him] that might be annulled the body


Strong's Greek 2673
27 Occurrences


καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.
κατήργηται — 3 Occ.
κατηργήθημεν — 1 Occ.
κατηργήθητε — 1 Occ.

καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.
καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.
καταργοῦμεν — 1 Occ.
καταργουμένην — 1 Occ.
καταργουμένων — 1 Occ.
καταργούμενον — 1 Occ.
καταργουμένου — 1 Occ.
κατήργηκα — 1 Occ.


<< καταργήσει
καταργηθῇ

Englishman's Greek Concordance