καταρώμεθα
<< καταρωμένους
καταρώμεθα

καταρώμεθα (katarōmetha) — 1 Occurrence

James 3:9 V-PIM/P-1P
BIB: ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους
NAS: and Father, and with it we curse men,
KJV: and therewith curse we men, which
INT: in it we curse men


Strong's Greek 2672
6 Occurrences


καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.

κατέπλευσαν — 1 Occ.
καταπονουμένῳ — 1 Occ.
καταπονούμενον — 1 Occ.
καταποντισθῇ — 1 Occ.
καταποντίζεσθαι — 1 Occ.
κατάρα — 2 Occ.
κατάραν — 1 Occ.
κατάρας — 3 Occ.
καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.
καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.


<< καταρωμένους
καταρώμεθα

Englishman's Greek Concordance