κατηραμένοι
<< καταρώμεθα
κατηραμένοι

κατηραμένοι (katēramenoi) — 1 Occurrence

Matthew 25:41 V-RPM/P-NMP
BIB: ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ
NAS: Depart from Me, accursed ones, into the eternal
KJV: from me, ye cursed, into everlasting
INT: me those cursed into the


Strong's Greek 2672
6 Occurrences


καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.

καταπονουμένῳ — 1 Occ.
καταπονούμενον — 1 Occ.
καταποντισθῇ — 1 Occ.
καταποντίζεσθαι — 1 Occ.
κατάρα — 2 Occ.
κατάραν — 1 Occ.
κατάρας — 3 Occ.
καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.
καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.


<< καταρώμεθα
κατηραμένοι

Englishman's Greek Concordance