κατηράσω
<< κατηραμένοι
κατηράσω

κατηράσω (katērasō) — 1 Occurrence

Mark 11:21 V-AIM-2S
BIB: συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται
NAS: which You cursed has withered.
KJV: which thou cursedst is withered away.
INT: fig tree which you cursed is dried up


Strong's Greek 2672
6 Occurrences


καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
κατηράσω — 1 Occ.

καταπονούμενον — 1 Occ.
καταποντισθῇ — 1 Occ.
καταποντίζεσθαι — 1 Occ.
κατάρα — 2 Occ.
κατάραν — 1 Occ.
κατάρας — 3 Occ.
καταρᾶσθε — 1 Occ.
καταρωμένους — 2 Occ.
καταρώμεθα — 1 Occ.
κατηραμένοι — 1 Occ.
καταργῆσαι — 1 Occ.
καταργήσαντος — 1 Occ.
καταργήσας — 1 Occ.
καταργήσῃ — 3 Occ.
καταργήσει — 3 Occ.
καταργηθῇ — 1 Occ.
καταργηθήσεται — 2 Occ.
καταργηθήσονται — 1 Occ.
καταργεῖ — 1 Occ.
καταργεῖται — 2 Occ.


<< κατηραμένοι
κατηράσω

Englishman's Greek Concordance