κατηγορούντων
<< κατηγοροῦντες
κατηγορούντων

κατηγορούντων (katēgorountōn) — 1 Occurrence

Romans 2:15 V-PPA-GMP
BIB: τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ
NAS: alternately accusing or
KJV: [their] thoughts the mean while accusing or
INT: the thoughts accusing or also


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατήφειαν — 1 Occ.
κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.


<< κατηγοροῦντες
κατηγορούντων

Englishman's Greek Concordance