κατηχημένος
<< κατήφειαν
κατηχημένος

κατηχημένος (katēchēmenos) — 1 Occurrence

Acts 18:25 V-RPM/P-NMS
BIB: οὗτος ἦν κατηχημένος τὴν ὁδὸν
NAS: had been instructed in the way
KJV: was instructed in the way
INT: He was instructed in the way


Strong's Greek 2727
8 Occurrences


κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.
κατηχοῦντι — 1 Occ.

κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατήφειαν — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.
κατηχοῦντι — 1 Occ.
κατίωται — 1 Occ.
κατίσχυον — 1 Occ.
κατισχύσητε — 1 Occ.
κατισχύσουσιν — 1 Occ.


<< κατήφειαν
κατηχημένος

Englishman's Greek Concordance