κατήχηνται
<< κατηχημένος
κατήχηνται

κατήχηνται (katēchēntai) — 1 Occurrence

Acts 21:24 V-RIM/P-3P
BIB: ὅτι ὧν κατήχηνται περὶ σοῦ
NAS: to the things which they have been told about
KJV: whereof they were informed concerning
INT: that of which they have been informed about you


Strong's Greek 2727
8 Occurrences


κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.
κατηχοῦντι — 1 Occ.

κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατήφειαν — 1 Occ.
κατηχημένος — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.
κατηχήθησαν — 1 Occ.
κατηχούμενος — 2 Occ.
κατηχοῦντι — 1 Occ.
κατίωται — 1 Occ.
κατίσχυον — 1 Occ.
κατισχύσητε — 1 Occ.
κατισχύσουσιν — 1 Occ.
κατῴκησεν — 3 Occ.


<< κατηχημένος
κατήχηνται

Englishman's Greek Concordance