κατηγορίᾳ
<< κατηγοροῦσιν
κατηγορίᾳ

κατηγορίᾳ (katēgoria) — 1 Occurrence

Titus 1:6 N-DFS
BIB: μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ
NAS: who believe, not accused of dissipation
INT: not under accusation of debauchery or


Strong's Greek 2724
3 Occurrences


κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.

κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.
κατηγόρους — 2 Occ.
κατήφειαν — 1 Occ.
κατηχημένος — 1 Occ.
κατήχηνται — 1 Occ.
κατηχήσω — 1 Occ.
κατηχήθης — 1 Occ.


<< κατηγοροῦσιν
κατηγορίᾳ

Englishman's Greek Concordance