κατηγοροῦμεν
<< κατηγορῶν
κατηγοροῦμεν

κατηγοροῦμεν (katēgoroumen) — 1 Occurrence

Acts 24:8 V-PIA-1P
BIB: ὧν ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτοῦ
NAS: the things of which we accuse him.
KJV: whereof we accuse him.
INT: of which we accuse him


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατειχόμεθα — 1 Occ.
κατεῖχον — 2 Occ.
κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.
κατηγορίαν — 2 Occ.
κατήγωρ — 1 Occ.
κατήγοροί — 2 Occ.
κατηγόροις — 1 Occ.


<< κατηγορῶν
κατηγοροῦμεν

Englishman's Greek Concordance