κατηγορεῖται
<< κατηγορεῖσθαι
κατηγορεῖται

κατηγορεῖται (katēgoreitai) — 1 Occurrence

Acts 22:30 V-PIM/P-3S
BIB: τὸ τί κατηγορεῖται ὑπὸ τῶν
NAS: why he had been accused by the Jews,
KJV: wherefore he was accused of
INT: the why he is accused by the


Strong's Greek 2723
23 Occurrences


κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖται — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.

κατέχοντες — 2 Occ.
κατεχόντων — 1 Occ.
κατέχουσιν — 1 Occ.
κατειχετο — 1 Occ.
κατειχόμεθα — 1 Occ.
κατεῖχον — 2 Occ.
κατηγορήσω — 1 Occ.
κατηγορήσωσιν — 2 Occ.
κατηγορεῖν — 6 Occ.
κατηγορεῖσθαι — 1 Occ.
κατηγορεῖτε — 1 Occ.
κατηγορείτωσαν — 1 Occ.
κατηγορῶν — 2 Occ.
κατηγοροῦμεν — 1 Occ.
κατηγορούμενος — 1 Occ.
κατηγόρουν — 1 Occ.
κατηγοροῦντες — 1 Occ.
κατηγορούντων — 1 Occ.
κατηγοροῦσιν — 3 Occ.
κατηγορίᾳ — 1 Occ.


<< κατηγορεῖσθαι
κατηγορεῖται

Englishman's Greek Concordance